ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ 25 Αυγούστου

Μεσημέρι Σαββάτου 14.30.προσπαθώ να βάλω μια μπουκιά στο στόμα γιατί δεν πάει κάτω το ρημάδι . Ώρα 14.30,στη βεράντα του σπιτιού μου που το νιώθω πλέον τόσο προσωρινό, τόσο ξένο,ανάβουμε το φως .Είναι μαύρα όλα, ο ουρανός μας πλακώνει, τα ρούχα μας καπνισμένα, περπατάμε σε ένα γκριζωπό χαλί που μας έχει στρώσει ο άρρωστος αέρας που έρχεται από την Αμάρυνθο και το Αλιβέρι απέναντι, κουνάμε τα χέρια για να διώξουμε τις νιφάδες που χορεύουν στα μάτια και το πρόσωπο μας που θυμίζουν χιονακι του Δεκέμβρη κατακαλόκαιρο. Είναι τα καμένα από απέναντι ,η Εύβοια που ψυχορραγεί και έχει βάψει το τοπίο μαύρο.
Τα πουλιά έχουν λουφάξει στα καλώδια της ΔΕΗ τρομαγμένα και άφωνα ,αυτά τα ίδια πουλιά που έρχονται στιγμές που με εκνευρίζουν με τη φλυαρία τους. Απλωμένος φόβος, δεν ξέρω από ποια γωνιά θα ξεπηδήσει η φλόγα, απελπισμένοι κάτοικοι βγαίνουν σε ραδιοσταθμούς ζητώντας βοήθεια .Νιώθω ένα τίποτα, ένα σκουπιδακι, πονάω τόσο, που δεν μπορώ να φωνάξω, να ουρλιάξω, να βρίσω, είναι η ακραία έκφραση της συναισθηματικής έκρηξης, η σιωπή.
Περιμένω στην τηλεόραση να βγει ένας επίσημος φορέας να πει κάτι ,από κάπου να πιαστώ και να ελπίζω, κάτι, απελπισμένοι κάτοικοι ζητούν από τους ραδιοσταθμούς βοήθεια και οι δημοσιογράφοι με τη σειρά τους ειδοποιούν την πυροσβεστική.
Μου φαίνεται πως ζω έναν εφιάλτη και θα ξυπνήσω το πρωί και όλα θα ήταν ένα κακό όνειρο. Είναι εικόνες αποκάλυψης δεν περιγράφονται αλλιώς…

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ 2 26 Αυγούστου

Πού είσαι ρε Φούρλα δε σε είδα καθόλου, δε σε άκουσα πουθενά, πού είσαι ρε Κόη, ψάχνω σε σταθμούς να σας ακούσω, αλλά ακούω δημοσιογράφους που κάνουν εκκλήσεις και δίνουν οδηγίες πού να πάνε τα πυροσβεστικά, από πού έρχονται οι πιο γοερές κραυγές των ακροατών. Από τη στιγμή που κάηκαν σπίτια στου Παπάγου και κινδύνευσε η Ηλιούπολη πώς μπορώ εγώ στο εξοχικό μου με τις δέκα βερικοκιές να μην τρέμω; Μου έρχεται να ανέβω στην ακρόπολη να την ξαναφωτογραφίσω σαν να είναι η τελευταία φορά , όπως φωτογράφησα τα δέντρα του κήπου μου ένα- ένα και δίπλα στη βαλίτσα που έχω μόνιμα δίπλα στην πόρτα του σπιτιού μου ,έτοιμη ,έχω τη μηχανή με το πολύτιμο υλικό ,τα δέντρα μου, τα παλικάρια που φύτεψα και μεγάλωνα με τόση φροντίδα. Ποιο χέρι ήταν αυτό που έβαψε μαύρο αυτόν τον τόπο, δεν μπορεί να ήταν ελληνικό, δεν μπορεί να είναι ένας από μας ,δεν μπορεί ρε παιδιά….. Μισώ και τον αέρα πλέον και τρέμω σε κάθε του φύσημα, μισώ τους σταθμούς που βάζουν μουσική, που σταματάνε τη ροή των ειδήσεων για να βάλουν διαφημίσεις, μισώ αυτούς που τρώνε και πίνουν στις ταβέρνες αυτές τις δυο μέρες του τρόμου, μισώ αυτούς που τρώνε …μισώ τους πολιτικούς που βγαίνουν στα κανάλια και αλληλοκατηγορούνται, μισώ τους πολιτικούς .Μισώ τους ξενοδόχους που ζητούσαν από τους άστεγους εκατό ευρω το δωμάτιο.
Θρηνώ τη μάνα με τα τέσσερα παιδιά σε ένα χωριό της Ηλείας, δεν έχει σημασία ποιο, θρηνώ τα παλικάρια που έτρεξαν να ανακόψουν τη φωτιά που έζωνε το χωριό τους και έγιναν κάρβουνο, θρηνώ όλους αυτούς που χάθηκαν στη φωτιά με την απελπισία στα μάτια, θρηνώ γιαυτους που έμειναν ζωντανοί αλλά δεν θα έχουν χωράφι και ελιά για να ταΐσουν τα παιδιά τους, δεν θα έχουν πατρικό, που ορφάνεψαν από μνήμες .Θρηνώ τα πουλιά που δεν θα έχουν κλαρί να κουρνιάσουν, τα αγρίμια που έχασαν τη λόχμη τους, θρηνώ για τα παιδιά που δεν θα περπατήσουν ξανά στο δάσος, που θα κυκλοφορούν με το aerolin και το subicort μέσα στη σχολική τους τσάντα, θρηνώ για τη χώρα που περιδιάβηκα και ρουφούσα τις ομορφιές της .Θρηνώ για μένα που δεν θα μπορέσω να ξυπνήσω και να κοιμηθώ ξανά ήσυχη και τα όνειρα μου έχουν πια στοιχιώσει από φλόγες και κάπνα.
Θρηνώ για όλους όσοι σε δέκα μέρες θα κυκλοφορούν με τις πολύχρωμες κονκάρδες στο πέτο και θα περιδιαβαίνουν τα εκλογικά κέντρα με τα μασκαρεμένα από τις αφίσες αυτοκίνητα, που θα πλημμυρίσουν τις πλατείες με τα κορναρίσματα της νίκης ,που θα έχουν ξεχάσει. Και είμαι εγώ που θρηνώ ,από απέναντι, από τη βεράντα της αγωνίας με το ραδιόφωνο στο αυτί και το μάτι τεντωμένο να πιάσει τη φλόγα, να σκίσει το μαύρο πέπλο γύρω και να τρέξει ,να τρέξει στο πουθενά….